Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς χαρακτηρίζει την φιλοσοφία ως δωρεά του Θεού στους Έλληνες. Και ως τέτοια η φιλοσοφία των Ελλήνων προετοίμασε και διευκόλυνε το Χριστιανικό κήρυγμα. Ο Ελληνικός πολιτισμός συμπυκνώνεται στην αναζήτηση της σωτηρίας του κόσμου. Προωθεί την ανάπτυξη του ανθρώπου μέσα από την τέχνη, την ποίηση και την προσευχή, μέσα από την αναζήτηση του απολύτου. Επιδιώκει να διαμορφώσει τον άνθρωπο ως πρόσωπο ελεύθερο που συγκινείται και πλησιάζει τον πεινώντα, διψώντα, φυλακισμένο και γυμνό.
Ο Ελληνικός πολιτισμός έχει ως γνώρισμα του την οικουμενικότητα, έρχεται για να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Δεν ήλθε να διώξει το κακό (π.χ. σταυροφόροι, παλαιοί και σύγχρονοι από τη Δύση), ούτε να επιβάλλει με τη βία περιορισμούς στους άλλους (π.χ. Οθωμανική αυτοκρατορία), αλλά να ανεβάσει τον άνθρωπο σε ανεπτυγμένη κατάσταση στην οποία σκέπτεται, λειτουργεί και δημιουργεί ελεύθερα, ερωτεύεται τον κόσμο.
Οι Έλληνες έκτισαν έναν πολιτισμό φιλίας με τον άλλον, θεοποίησαν την φιλοξενία (ξένιος Ζευς), απευθύνθηκαν προς τους άλλους ως φίλους. Ο πολιτισμός αυτός έχει κοινά σημεία με το μήνυμα του Θεανθρώπου "υμείς φίλοι μου εστέ εάν ποιήτε όσα εγώ εντέλλομαι". Ο Χριστός δεν ζήτησε δούλους αλλά φίλους. Ανερχόμενος ο άνθρωπος σε ανεπτυγμένο επίπεδο ανθρωπισμού, ουσιαστικά μπαίνει σε τροχιά ετοιμασίας για να αποδεχθεί την αποκάλυψη της αλήθειας που έφερνε ο Θεάνθρωπος στην πλανεμένη ανθρωπότητα. Σε αυτή την προετοιμασία που ενέργησε η Πρόνοια του Θεού μέσω της φιλοσοφίας, όπως αποκαλύπτει ο Άγιος Ιουστίνος, ο φιλόσοφος, δια του σπερματικού λόγου για την ανόρθωση του προχριστιανικού κόσμου, συναντάται ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός με τον Χριστιανισμό.
Ως κοινός τόπος του Χριστιανισμού και της αρχαίας Ελληνικής γραμματείας, εντοπίζεται ο κόσμος της αρετής. Ο Χριστιανικός τρόπος ζωής οδηγεί στην αρετή. Η αρχαία Ελληνική γραμματεία από την πλευρά της μέσα από την ποίηση, το δράμα, την ιστορία, την τέχνη, ασχολείται και αυτή με τον κόσμο της αρετής. Υμνεί το κάλλος, την εγκράτεια, την ευσέβεια, τον σεβασμό, την φιλία, την φιλοξενία, κ.λ.π. Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας όπως ο Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, αναδεικνύουν την θετική συμβολή των Ελληνικών κλασσικών σπουδών στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των νέων σαν προεργασία ώστε να εισαχθούν στην ανώτερη πνευματική ζωή της Εκκλησίας και καθαρίζοντας το "κατ' εικόνα" να προχωρήσουν προς το "καθ' ομοίωσιν" που είναι και ο τελικός σκοπός του Χριστιανισμού.
Ο Χριστιανικός λόγος καταγράφηκε (νοηματοδοτήθηκε θεολογικά). Το Ελληνικό πνεύμα τέθηκε στη διάθεση του Χριστιανισμού. Διευκρινίζεται ότι το θέμα Ελληνισμός-Χριστιανισμός δεν τίθεται στη λογική της σύνδεσης των δύο για παραγωγή μίας νέας σύνθετης οντότητας, αλλά ούτε και στη λογική της σύγκρισης (καθότι το Ελληνικό πνεύμα διατύπωσε κάποιες αλήθειες αλλά δεν είχε την Αλήθεια για να βγεί από τα αδιέξοδα). Ο ανθρώπινος λόγος, ο οποίος διαδραματίζει τεράστιο ρόλο στην Ελληνική διανόηση στην αναζήτηση της γνώσης και της αλήθειας, στην Ορθοδοξία αντικαθίσταται από τον λόγο του Θεού. Το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα, παντα ανήσυχο και ερευνητικό, στηριζόμενο στον ανθρώπινο λόγο, σφράγισε μεν την Ελληνική σκέψη αλλά βρισκόταν σε αδιέξοδο, έως ότου ήλθε η Αποκάλυψη της Αλήθειας.
Η Ελληνική φιλοσοφία από μόνη της είναι άξια τιμής και θαυμασμού, πλην όμως παραμένει πάντα στα όρια της ανθρώπινης σοφίας. Κάθε προσπάθεια υπέρβασης των ατελειών και των ορίων τηε ανθρώπινης σοφίας καταλήγει σε μωρία. Ο πολυθεισμός των Ελλήνων δεν πρέπει να σκεπάσει εκείνες τις φωνές των αρχαίων φιλοσόφων και ποιητών που προσήγγισαν τη Χριστιανική σκέψη στην αντίληψη ζωής και του αληθινού Θεού, εφ΄όσον μπορούν να χρησιμοποιηθούν επιλεκτικά για την διαπαιδαγώγηση των νέων στην εκπαίδευση διότι για τους μεγαλύτερους έχουμε πολύ ανώτερα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας για ανώτερες σπουδές πνευματικές.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας πήραν τα ερωτήματα των Ελλήνων φιλοσόφων και απάντησαν από την πλευρά της Αποκαλύψεως. Έδωσαν ριζικά διαφορετικές απαντήσεις. Μαζί με τα ερωτήματα πήραν συχνά και τη μέθοδο και την ομολογία, αλλά τίποτε περισσότερο από αυτά. Οι Πατέρες καταδίκασαν την φιλοσοφία (την κατά κόσμον σοφία) ως μέθοδο γνώσης του Θεού, της Εκκλησίας, των μυστηρίων, του αποκαλυπτικού εν γένει εν Χριστώ γεγονότος. Η φιλοσοφία μπορεί να φωτιστεί από την Αποκάλυψη και να λειτουργήσει ορθά, μπορεί να βοηθήσει στην εκφορά της Αποκάλυψης, αλλά ποτέ δεν μπορεί να προσδιορίσει την Αποκάλυψη. Η φιλοσοφία είναι χρήσιμη ως στοιχειώδης γνώση και γι' αυτό οι Πατέρες την εσπούδασαν, αλλά δεν παύουν να τονίζουν πως δεν μπορεί με κανένα τρόπο να οδηγήσει στη γνώση των θείων πραματικοτήτων., επειδή η γνώση αυτή αποκαλύπτεται από τη Χάρη του Θεού και είναι σοφία Θεού.
Ο Χριστιανισμός όταν προοδευτικά εξαπλώθηκε στη Ρωμαική επικράτεια κηρύσσοντας την εξ Αποκαλύψεως αλήθεια, αντιμετωπίσθηκε με σκεπτικισμό και κριτικότητα. Έτσι άρχισε η σύγκρουση λόγου και πίστης. Το "εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή" και το "εγώ φως εις τον κόσμο ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις εμέ εν τη σκοτία μη μείνη" δεν ήταν στην αρχή αφομοιώσιμα από τους μετά Χριστόν Έλληνες φιλοσόφους. Οι σημερινοί αρχαιολάτρες επομένως, πού ψάχνουν για την αλήθεια; ...αν βέβαια ψάχνουν γι' αυτήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου